Όταν
ήταν να πάρει το χρίσμα για την Εισαγγελία ΑΠ δεν είχε πρόβλημα να παρουσιαστεί
στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής - Υποκρισία και από Φλωρίδη….
Επικαλούνται
τα προσχήματα, μόνο όμως όταν τους συμφέρουν, τόσο οι ηγεσίες του Αρείου Πάγου
όσο, βέβαια, και του υπουργείου Δικαιοσύνης. Από τη μια ο Εισαγγελέας του ΑΠ
Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, με την άρνησή του να παραστεί σήμερα στην Επιτροπή
Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, και από την άλλη ο υπουργός
Δικαιοσύνης, Γιώργος
Φλωρίδης, με την τροπολογία που πέρασε εν μία νυκτί για τις δικαστικές
αποφάσεις εξπρές για τους βουλευτές, το απέδειξαν με τον εναργέστερο τρόπο.
Δεν
είναι τυχαίο, θα έλεγε κανείς πως είναι ειρωνικό, ότι ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας
αρνήθηκε να παρουσιαστεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του κοινοβουλίου,
επικαλούμενος τη… διάκριση των εξουσιών (αυτήν ακριβώς που υφίσταται πλήγμα,
λόγω της κατάστασης στο ελληνικό κράτος δικαίου). Όταν ωστόσο ο κ. Τζαβέλλας,
θεσμικά κλήθηκε στην ίδια επιτροπή, προκειμένου να λάβει κοινοβουλευτική
έγκριση για τον διορισμό του στην ανώτατη δικαστική θέση (όπως προβλέπει το
Σύνταγμα και το άρθρο 43Α του κανονισμού της Βουλής για την ηγεσία των ανώτατων
δικαστηρίων), τότε δεν υπήρχε ζήτημα. Ο κ. Τζαβέλλας δεν αρνήθηκε τότε να
παραστεί στην προβλεπόμενη ακρόαση, ώστε να τού γίνει ο σχετικός έλεγχος και τα
μέλη της Επιτροπής να εγκρίνουν την καταλληλόλητά του για Εισαγγελέα του Αρείου
Πάγου .
Στην
άρνησή του όμως να προσέλθει σε ακρόαση στη σημερινή συνεδρίαση, προκειμένου να
δώσει εξηγήσεις για το “μπάζωμα” του σκανδάλου των υποκλοπών που έχει ξεσηκώσει
εναντίον του και το σύνολο του νομικού κόσμου, ο κ. Τζαβέλλας επικαλέστηκε
απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (1/2011), που εξασφάλισε για τους
δικαστές πως «η προσέλευση των κορυφαίων παραγόντων της Δικαιοσύνης, προς
ακρόαση, ενώπιον της Επιτροπής, δεν είναι υποχρεωτική»
Ήδη
από χθες άλλωστε, ο Τύπος αναπαράγει μία σειρά παραδειγμάτων του παρελθόντος,
στα οποία εισαγγελείς του Αρείου Πάγου δεν είχαν προσέλθει στο κοινοβούλιο σε
παρόμοιες περιπτώσεις (αποκρύπτοντας όμως άλλες περιπτώσεις, στις οποίες είχαν
προσέλθει). Και τελικά, όπως το σχολίασε ο Ζαχαρίας Κεσσές, ο δικηγόρος 13
θυμάτων παρακολουθήσεων στην υπόθεση των υποκλοπών (την ίδια δηλαδή υπόθεση που
ο κ. Τζαβέλλας αρνήθηκε να βγάλει από το αρχείο, για να ελέγξει την σοβαρότατη
κατηγορία της κατασκοπείας):
«Μπορεί
μεν στο παρελθόν να έχει επαναληφθεί η μη εμφάνιση του Εισαγγελέα στο
Κοινοβούλιο αλλά ποτέ ξανά δεν υπήρχε τόσο εξόφθαλμη ευθύνη της Εισαγγελίας του
Αρείου Πάγου για μια υπόθεση, που έχει χαρακτηριστεί ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο
της Γ´ Ελληνικής Δημοκρατίας».
Το
πόθεν έσχες των δικαστών
Οι
δικαστές έχουν και στο παρελθόν αποδείξει περίτρανα πως τηρούν το γράμμα του
Συντάγματος επιλεκτικά, εκεί που τους συμφέρει. Όταν το 2016 θεσπίστηκε η
ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων «πόθεν έσχες», επικαλούμενοι αντισυνταγματικότητα
και κίνδυνο διαρροής των προσωπικών τους δεδομένων, πέντε δικαστικές ενώσεις
προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ). Πέτυχαν τελικά, κατόπιν
αναστολών και παρατάσεων των προθεσμιών των δηλώσεων (στη διάρκεια των οποίων
λιγότεροι από ένας στους 10 κατέθεσαν πόθεν έσχες), να κάνει δεκτό το ΣτΕ οι
δηλώσεις τους να ελέγχονται από τους ίδιους (από 15μελές όργανο, που θα
συγκροτείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους τακτικούς δικαστές).
Ούτε
όμως ο υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος έσπευσε σε σημερινή συνέντευξή του να
καλύψει τον κ. Τζαβέλλα, βλέπει (ή θέλει να δει) τα δύο μέτρα και δύο σταθμά
που επικαλείται, όταν πρόκειται για νομικές ρυθμίσεις που αφορούν εν προκειμένω
στους ελεγχόμενους βουλευτές της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Έτσι
επέλεξε να επικαλεστεί τη «βούληση των πολιτών» για να δικαιολογήσει την
λεγόμενη «τροπολογία Φλωρίδη» που ψηφίστηκε χτες, μέσα σε ένα 24ωρο από την
κατάθεσή της, και η οποία επισπεύδει τη διαδικασία εξέτασης αδικημάτων στα
οποία εμπλέκονται βουλευτές. Δεν βλέπει καμία αντίφαση και καμία παραβίαση της
αρχής της αναλογικότητας στο γεγονός, πως η πρόβλεψη δεν αφορά τους απλούς
πολίτες, που συνεχίζουν να καταταλαιπωρούνται από τις καθυστερήσεις στην
εκδίκαση των δικών τους υποθέσεων. Αντίθετα υποστήριξε πως «δεν υπάρχει πολίτης
που να μη θέλει οι υποθέσεις των πολιτικών να έχουν γρήγορη εκκαθάριση» και
ότι, τάχα, είναι «σημαντικό για τους πολίτες να ξέρουν τι γίνεται».

0 Σχόλια