Η
Ελλάδα με τον λιγνίτη ετοιμάζεται να χωρίσει ελληνικά. Τον έβρισε, τον
κατήγγειλε, τον αποχαιρέτησε, είπε ότι δε θέλει να τον ξαναδεί, αλλά την επαφή
δεν τη μπλόκαρε. Την κράτησε για ώρα ανάγκης.
Στο
κέντρο αυτού του χωρισμού, η Πτολεμαΐδα 5. Το πιο σύγχρονο λιγνιτικό εργοστάσιο
της χώρας, ένα έργο περίπου 1,5 δισ. ευρώ, που λειτούργησε για τρία χρόνια και
τώρα ετοιμάζεται να σβήσει πριν καλά καλά παλιώσει.
Αν
όλα πάνε όπως τα σχεδιάσαμε, πράγμα αισιόδοξο για Ελλάδα, στις 30 Σεπτεμβρίου
2026 η Πτολεμαΐδα 5 αποχαιρετά τον λιγνίτη.
Ο
λιγνίτης, που κάποτε εμφανιζόταν ως εθνικό ενεργειακό αποκούμπι, σήμερα δεν
σκοντάφτει μόνο στο περιβάλλον. Σκοντάφτει κυρίως στην αριθμητική.
Όχι
επειδή ξαφνικά έπαψε να υπάρχει κάτω από τα πόδια μας, αλλά επειδή ρυπαίνει.
Και στην Ευρώπη η ρύπανση πληρώνεται. Κάθε μεγαβατώρα από λιγνίτη κουβαλάει
μαζί της το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών, οπότε φτάνει στον λογαριασμό με
καπέλο, προσαύξηση και πολυτέλεια. Το ρεύμα μπορεί να παράγεται στη Δυτική
Μακεδονία, αλλά το πληρώνουμε λες και κατεβαίνει από Ελβετία.
Το
παράδοξο, όμως, δε σταματά εκεί. Η Πτολεμαΐδα 5 δεν κλείνει απλώς. Μετατρέπεται
σε μονάδα φυσικού αερίου, με επιπλέον κόστος 400-420 εκατομμύρια ευρώ. Το
πρόβλημα δεν είναι ότι φεύγουμε από τον λιγνίτη. Αυτό, περιβαλλοντικά και
ευρωπαϊκά, ήταν αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι φεύγουμε αφού πρώτα
χτίσαμε μια υπερσύγχρονη λιγνιτική μονάδα, την οποία τώρα
ξαναπληρώνουμε για να γίνει κάτι άλλο. Δηλαδή, αγοράσαμε χειμωνιάτικο παλτό τον
Ιούλιο και μετά πληρώσαμε ράφτη να το κάνει μαγιό.
Και
επειδή στην Ελλάδα τίποτα δεν τελειώνει όταν τελειώνει, υπάρχει και το σενάριο
της εφεδρείας. Ο ΑΔΜΗΕ ζητά να μείνει η μονάδα διαθέσιμη έως τον Μάρτιο του
2027. Η ΔΕΗ, από την πλευρά της, δεν λέει ‘‘κρατήστε την μωρέ εκεί, να μας
βρίσκεται’’. Βάζει στο τραπέζι το κόστος, μια αποζημίωση 130-150 εκατομμυρίων
ευρώ. Δηλαδή, το εργοστάσιο που αποχαιρετάμε μπορεί να το πληρώνουμε για να
κάθεται, σαν τον παλιό φορτιστή στο συρτάρι που δεν ξέρεις τι φορτίζει, αλλά
τον κρατάς γιατί όλα κάποτε ξαναχρειάζονται.
Καλώς
ή κακώς, ο λιγνίτης ήταν τουλάχιστον δικός μας. Βρόμικος, ναι. Ρυπογόνος, ναι.
Αλλά εγχώριος. Το φυσικό αέριο, αντιθέτως, είναι εισαγόμενο. Δεν το παράγουμε.
Το αγοράζουμε. Άρα βγάλαμε από την πρίζα την αυτάρκεια επειδή λέρωνε και βάλαμε
στην πρίζα την εξάρτηση επειδή ακούγεται πιο ευρωπαϊκή.
Έπειτα,
έχουμε και το χρηματιστήριο ενέργειας, αυτό το υπέροχο σύστημα που ο πολίτης
δεν καταλαβαίνει, αλλά πληρώνει με θρησκευτική ευλάβεια. Η λογική του είναι η
εξής. Η αγορά παίρνει πρώτα το φθηνότερο ρεύμα. Ήλιο, αέρα, υδροηλεκτρικά. Αν
όμως αυτά δεν φτάνουν και χρειαστεί να μπει στο παιχνίδι μια ακριβότερη μονάδα,
συνήθως φυσικού αερίου, τότε αυτή η ακριβή μονάδα καθορίζει την τιμή για όλη
την αγορά εκείνη τη στιγμή.
Παράδειγμα
μπακαλίστικο. Αν η χώρα χρειάζεται 100 μονάδες ρεύματος και οι 90 έρχονται
φθηνά από φωτοβολταϊκά, αλλά οι άλλες 10 πρέπει να έρθουν από ακριβό φυσικό
αέριο, η τελική τιμή θα «κάτσει» πάνω στο αέριο. Ο ήλιος λάμπει δωρεάν, ο αέρας
φυσάει δωρεάν, αλλά ο λογαριασμός έρχεται ντυμένος για μπουζούκια.
Στη
μέση όλων αυτών, βρίσκεται η Δυτική Μακεδονία. Μια περιοχή που για δεκαετίες
σήκωσε στην πλάτη της την ηλεκτροδότηση της χώρας και τώρα καλείται να σηκώσει
και τη μετάβαση. Μόνο που οι περιοχές δεν αλλάζουν μέλλον με δελτία Τύπου.
Θέλουν σχέδιο, χρόνο και μια πολιτική που να βλέπει ανθρώπους πίσω από τις
καμινάδες, όχι απλώς μεγαβάτ σε έναν πίνακα.
Η
Πτολεμαΐδα 5 δείχνει κάτι πολύ ελληνικό. Δεν μας λείπει πάντα το σχέδιο. Μας
λείπει η συνέπεια στο σχέδιο. Άλλο αποφασίζουμε, άλλο καθυστερούμε, άλλο
επιδοτούμε, άλλο ανακοινώνουμε και στο τέλος ο πολίτης πληρώνει τη μετάβαση ως
«αναγκαία προσαρμογή».
Ο
λιγνίτης μπορεί να ανήκει στο χθες.
Το κόστος του, όμως, έχει βρει τρόπο να ταξιδεύει κανονικά στο αύριο.
της Αγάπης Κόρμπε* (Instagram: @agapikorbe Fb: Agapi Korbe)
*H Aγάπη
Κόρμπε είναι Οικονομολόγος/Διεθνολόγος, με εξειδίκευση στην
Πολιτική Επικοινωνία & τα Media
0 Σχόλια